ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΑΔΙ - Βλάσσης .Ο Σύλλογος Ψαράδων Ηρακλείου ήδη ετοιμάζεται για κινητοποίηση

ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΓΙΑ  ΠΑΡΑΓΑΔΙ - Βλάσσης .Ο Σύλλογος Ψαράδων Ηρακλείου ήδη ετοιμάζεται για κινητοποίηση
Δεν έχει αφήσει ψάρι γιά ψάρι στο Ηράκλειο..Kαι γιά ότι θέλετε σε καραβάκι ..τηλ. 6977 266740


hit counter javascripthit counter html code





Αναγνώστες

Mensagens Para Orkut

Mensagens Para Orkut - Cartoon Recados Para Orkut

Δεν θα βρείτε καλύτερο καραβάκι πουθενά

Δεν θα βρείτε καλύτερο καραβάκι πουθενά
Click on this photo

Tο απόλυτο εργαλείο για ψάρεμα..

Tο απόλυτο εργαλείο για ψάρεμα..
Click on this photo

Welcome to Star Beach Water Park

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010







ΠΑΝΤΑ ΙΔΙΟΙ ΗΜΑΣΤΑΝ, ΔΥΣΤΥΧΩΣ !

Ο Γεώργιος Σουρής ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Έχει χαρακτηρισθεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης». Γεννήθηκε το 1853 στην Ερµούπολη της Σύρου. Στις 2 Απριλίου 1883 έßγαλε το πρώτο φύλλο του «Ρωµηού», που ήταν µια έµµετρη εßδοµαδιαία σατιρική εφηµερίδα. Ο «Ρωµηός» κυκλοφόρησε ως το 1918, λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 µήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη. Η σάτιρα των άρθρων του στρεφόταν κατά πάντων, ακόµη και ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων. Σατίριζε το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς ακόµη και τον ίδιο του τον εαυτό. Ενδεικτική είναι η δίωξη που υπέστη ο Σουρής το 1897 µε αφορµή σατιρικούς στίχους για τη ßασίλισσα Όλγα. Ο Σουρής πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919, σε ηλικία 66 ετών.
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νάχει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νάχει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
*******
Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.
*******
Όλα σ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
*******
Ο Έλληνας δυό δίκαια ασκεί πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.
*******
Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
*******
ΓιΆ αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!
*******
Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη...
αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,
δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.
*******
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που'χει
στο' να λουστρίνι, στ' αλλο τσαρούχι.



















Τρεις σκύλοι συναντιόνται στον
> > προθάλαμο του κτηνίατρου.
> > Αρχίζουν κουβεντούλα και ρωτάνε
> > τον ένα:
> >
> > Εσύ γιατί είσαι εδώ;
> > - Για ευθανασία. Άσε, δεν ξέρω τι
> > μ' έπιασε και μια μέρα που
> > έλειπαν τα
> > αφεντικά,
> > άρχισα να χέζω και να κατουράω
> > παντού, να ξεσκίζω τις κουρτίνες,
> >
> > τις πολυθρόνες, ρημαδιό το έκανα
> > το σπίτι κι ας πέρναγα τόσο καλά.
> >
> > Εσύ; Ρωτάνε τον δεύτερο.
> > - Κι εγώ για ευθανασία. Και μένα
> > το μαλάκα κάτι μ' έπιασε, κι ενώ
> > πέρναγα μπέικα, μια μέρα που τ'
> > αφεντικά ετοίμαζαν το πάρτυ
> > τους,
> > χίμηξα πάνω στα τραπέζια, στους
> > μπουφέδες, πάνε τα κοτόπουλα,
> > πάνε τα ζαμπόνια, τα ρήμαξα, πάει
> > το πάρτυ, ζοχαδιαστήκανε και νά
> > 'μαι.
> >
> > Κι εσύ; ρωτούν τον τρίτο.
> > - Εγώ, μια μέρα ήμουν ξάπλα στο
> > μαξιλάρι μου, μπαίνει η κυρία μου
> > μ'
> > ένα τάνγκα μόνο και τη
> > σφουγγαρίστρα κι αρχίζει να
> > σφουγγαρίζει, να
> > σκύβει, να κουνιέται, δεν ξέρω τι
> > μ' έπιασε και της χυμάω από πίσω
> > και
> > της τον φοράω, τρόμαξαν να με
> > ξεκολλήσουν από πάνω της.
> > - Ε, καλά, εσένα δικαίως, την
> > αξίζεις την ευθανασία.
> > - Ποια ευθανασία; Εμένα τα νύχια
> > ήρθα να μου κόψουν...



















Eυάγγελος απο το Ρέθυμνο




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου